Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοτυπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την ομοτυπία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομοτυπικός < ομοτυπία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοτυπικόςομοτυπικήομοτυπικό
Γενικήομοτυπικούομοτυπικήςομοτυπικού
Αιτιατικήομοτυπικόομοτυπικήομοτυπικό
Κλητικήομοτυπικέομοτυπικήομοτυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοτυπικοίομοτυπικέςομοτυπικά
Γενικήομοτυπικώνομοτυπικώνομοτυπικών
Αιτιατικήομοτυπικούςομοτυπικέςομοτυπικά
Κλητικήομοτυπικοίομοτυπικέςομοτυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →