Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοφυλοφιλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ομοφυλοφιλία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομοφυλοφιλικός < ομοφυλοφιλία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοφυλοφιλικόςομοφυλοφιλικήομοφυλοφιλικό
Γενικήομοφυλοφιλικούομοφυλοφιλικήςομοφυλοφιλικού
Αιτιατικήομοφυλοφιλικόομοφυλοφιλικήομοφυλοφιλικό
Κλητικήομοφυλοφιλικέομοφυλοφιλικήομοφυλοφιλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοφυλοφιλικοίομοφυλοφιλικέςομοφυλοφιλικά
Γενικήομοφυλοφιλικώνομοφυλοφιλικώνομοφυλοφιλικών
Αιτιατικήομοφυλοφιλικούςομοφυλοφιλικέςομοφυλοφιλικά
Κλητικήομοφυλοφιλικοίομοφυλοφιλικέςομοφυλοφιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →