ομοφυλοφιλικός
•
- που έχει σχέση με την ομοφυλοφιλία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοφυλοφιλικός < ομοφυλοφιλία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοφυλοφιλικός | ομοφυλοφιλική | ομοφυλοφιλικό |
| Γενική | ομοφυλοφιλικού | ομοφυλοφιλικής | ομοφυλοφιλικού |
| Αιτιατική | ομοφυλοφιλικό | ομοφυλοφιλική | ομοφυλοφιλικό |
| Κλητική | ομοφυλοφιλικέ | ομοφυλοφιλική | ομοφυλοφιλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοφυλοφιλικοί | ομοφυλοφιλικές | ομοφυλοφιλικά |
| Γενική | ομοφυλοφιλικών | ομοφυλοφιλικών | ομοφυλοφιλικών |
| Αιτιατική | ομοφυλοφιλικούς | ομοφυλοφιλικές | ομοφυλοφιλικά |
| Κλητική | ομοφυλοφιλικοί | ομοφυλοφιλικές | ομοφυλοφιλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →