φίλος
•
- πρόσωπο με το οποίο συνδέεται κανείς με σχέση αμοιβαίας αγάπης, αφοσίωσης και κατανόησης, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει συγγένεια ή ερωτικό ενδιαφέρον Βικιλεξικό
- Μου στάθηκε πάντα ως καλός φίλος.
- κατ’ επέκτασηπρόσωπο με το οποίο κάνει κάποιος παρέα Βικιλεξικό
- ερωτικός σύντροφος, εραστής, γκόμενος Βικιλεξικό
- Η γυναίκα του βρήκε φίλο.
- πρόσωπο που συμπαθεί, ευνοεί ή υποστηρίζει κάτι Βικιλεξικό
- φίλος των γραμμάτων
- όποιος ή οτιδήποτε υποβοηθεί, είναι χρήσιμο(ς) Βικιλεξικό
- Η τεχνολογία είναι φίλος του ανθρώπου.
- οικείογια να δηλωθεί πρόσωπο το όνομα του οποίου είναι άγνωστο Βικιλεξικό
- Ωραία τα λέει ο φίλος.
Ετυμολογία
φίλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φίλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰil-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φίλος / φίλη / φίλος / φίλο | φίλοι / φίλες / φίλοι / φίλα |
| Γενική | φίλου / φίλης / φίλου / φίλου | φίλων / φίλων / φίλων / φίλων |
| Αιτιατική | φίλο / φίλη / φίλο / φίλο | φίλους / φίλες / φίλους / φίλα |
| Κλητική | φίλε / φίλη / φίλε / φίλο | φίλοι / φίλες / φίλοι / φίλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →