ομοψηφώ
•
- λόγιοσυμφωνώ με την ψήφο κάποιου άλλου, ψηφίζω τα ίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοψηφώ < ελληνιστική κοινή ὁμοψηφέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομοψηφώ | ομοψηφείς | ομοψηφεί | ομοψηφούμε | ομοψηφείτε | ομοψηφούν / ομοψηφούνε |
| Παρατατικός | ομοψηφούσα | ομοψηφούσες | ομοψηφούσε | ομοψηφούσαμε | ομοψηφούσατε | ομοψηφούσαν / ομοψηφούσανε |
| Αόριστος | ομοψήφησα | ομοψήφησες | ομοψήφησε | ομοψηφήσαμε | ομοψηφήσατε | ομοψήφησαν / ομοψηφήσαν / ομοψηφήσανε |
| Μέλλοντας | θα ομοψηφήσω / θα ομοψηφώ | θα ομοψηφήσεις / θα ομοψηφείς | θα ομοψηφήσει / θα ομοψηφεί | θα ομοψηφήσουμε / θα ομοψηφούμε | θα ομοψηφήσετε / θα ομοψηφείτε | θα ομοψηφήσουν / θα ομοψηφήσουνε / θα ομοψηφούν / θα ομοψηφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ομοψηφήσει | έχεις ομοψηφήσει | έχει ομοψηφήσει | έχουμε ομοψηφήσει | έχετε ομοψηφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ομοψηφήσει | είχες ομοψηφήσει | είχε ομοψηφήσει | είχαμε ομοψηφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ομοψηφήσει / να ομοψηφήσω / να ομοψηφώ | να έχεις ομοψηφήσει / να ομοψηφήσεις / να ομοψηφείς | να έχει ομοψηφήσει / να ομοψηφήσει / να ομοψηφεί | να έχουμε ομοψηφήσει / να ομοψηφήσουμε / να ομοψηφούμε | να έχετε ομοψηφήσει / να ομοψηφήσετε / να ομοψηφείτε | να ομοψηφήσουν / να ομοψηφήσουνε / να ομοψηφούν / να ομοψηφούνε |
| Προστακτική | — | ομοψήφει / ομοψήφησε | — | — | ομοψηφήστε / ομοψηφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →