ομφαλοσκοπώ
•
- παρατηρώ τον ομφαλό μου για ώρα, επιχειρώντας να έρθω σε κατάσταση έκστασης Βικιλεξικό
- μεταφορικάενδιαφέρομαι υπερβολικά για τον εαυτό μου, αδιαφορώντας για τους άλλους και μένοντας αδρανής και ενίοτε δεχόμενος μοιρολατρικά κάποια πράγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομφαλοσκοπώ < ομφαλοσκόπος + -ώς < ομφαλοσκοπία < ομφαλός + -ο- + -σκοπία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομφαλοσκοπώ | ομφαλοσκοπείς | ομφαλοσκοπεί | ομφαλοσκοπούμε | ομφαλοσκοπείτε | ομφαλοσκοπούν / ομφαλοσκοπούνε |
| Παρατατικός | ομφαλοσκοπούσα | ομφαλοσκοπούσες | ομφαλοσκοπούσε | ομφαλοσκοπούσαμε | ομφαλοσκοπούσατε | ομφαλοσκοπούσαν / ομφαλοσκοπούσανε |
| Αόριστος | ομφαλοσκόπησα | ομφαλοσκόπησες | ομφαλοσκόπησε | ομφαλοσκοπήσαμε | ομφαλοσκοπήσατε | ομφαλοσκοπήσαν / ομφαλοσκοπήσανε / ομφαλοσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα ομφαλοσκοπήσω / θα ομφαλοσκοπώ | θα ομφαλοσκοπήσεις / θα ομφαλοσκοπείς | θα ομφαλοσκοπήσει / θα ομφαλοσκοπεί | θα ομφαλοσκοπήσουμε / θα ομφαλοσκοπούμε | θα ομφαλοσκοπήσετε / θα ομφαλοσκοπείτε | θα ομφαλοσκοπήσουν / θα ομφαλοσκοπήσουνε / θα ομφαλοσκοπούν / θα ομφαλοσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ομφαλοσκοπήσει | έχεις ομφαλοσκοπήσει | έχει ομφαλοσκοπήσει | έχουμε ομφαλοσκοπήσει | έχετε ομφαλοσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ομφαλοσκοπήσει | είχες ομφαλοσκοπήσει | είχε ομφαλοσκοπήσει | είχαμε ομφαλοσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ομφαλοσκοπήσει / να ομφαλοσκοπήσω / να ομφαλοσκοπώ | να έχεις ομφαλοσκοπήσει / να ομφαλοσκοπήσεις / να ομφαλοσκοπείς | να έχει ομφαλοσκοπήσει / να ομφαλοσκοπήσει / να ομφαλοσκοπεί | να έχουμε ομφαλοσκοπήσει / να ομφαλοσκοπήσουμε / να ομφαλοσκοπούμε | να έχετε ομφαλοσκοπήσει / να ομφαλοσκοπήσετε / να ομφαλοσκοπείτε | να ομφαλοσκοπήσουν / να ομφαλοσκοπήσουνε / να ομφαλοσκοπούν / να ομφαλοσκοπούνε |
| Προστακτική | — | ομφαλοσκόπει / ομφαλοσκόπησε | — | — | ομφαλοσκοπήστε / ομφαλοσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →