ομόζυγος
•
- μέρη συνόλου, συγγενικές έννοιες ή σχέσεις Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαδιαλεκτικά συστατικά (βλ. διαλεκτική) Βικιλεξικό
- Και το παράδοξο είναι, ότι ο μύθος που είναι ομόζυγος με το λόγο», του γίνεται ταυτόχρονα και αντίζυγος. Του είναι ομόζυγος, γιατί είναι «εικός», δηλαδή ταιριασμένος με το λόγο. Είναι όμως και αντίζυγος, γιατί ο μύθος είναι ιστόρηση, ζωγραφιά, και κάθε ιστόρηση είναι αντίθετη στην έννοια.
- βιολογίαάτομο που φέρει ίδια γονίδια για μία ιδιότητα· και από τη μητέρα, και από τον πατέρα Βικιλεξικό
- Ένα άτομο με ίδια αλληλόμορφα γονίδια για μια συγκεκριμένη ιδιότητα είναι ομόζυγο για την ιδιότητα αυτή, ενώ ένα άτομο με δύο διαφορετικά αλληλόμορφα γονίδια είναι ετερόζυγο
Ετυμολογία
ομόζυγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμόζυγος (ζώα υπό τον ίδιο ζυγό, έννοιες σε αντιστοιχία) Μορφολογικά αναλύεται σε ομό- (< όμοιος) + ζυγός. :* για τη βιολογία < (αντιδάνειο) (λόγιο δάνειο) αγγλική homozygous
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόζυγος | ομόζυγη | ομόζυγο |
| Γενική | ομόζυγου | ομόζυγης | ομόζυγου |
| Αιτιατική | ομόζυγο | ομόζυγη | ομόζυγο |
| Κλητική | ομόζυγε | ομόζυγη | ομόζυγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομόζυγοι | ομόζυγες | ομόζυγα |
| Γενική | ομόζυγων | ομόζυγων | ομόζυγων |
| Αιτιατική | ομόζυγους | ομόζυγες | ομόζυγα |
| Κλητική | ομόζυγοι | ομόζυγες | ομόζυγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →