Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομόζυγος

/oˈmo.zi.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μέρη συνόλου, συγγενικές έννοιες ή σχέσεις Βικιλεξικό
  2. φιλοσοφίαδιαλεκτικά συστατικά (βλ. διαλεκτική) Βικιλεξικό
    • Και το παράδοξο είναι, ότι ο μύθος που είναι ομόζυγος με το λόγο», του γίνεται ταυτόχρονα και αντίζυγος. Του είναι ομόζυγος, γιατί είναι «εικός», δηλαδή ταιριασμένος με το λόγο. Είναι όμως και αντίζυγος, γιατί ο μύθος είναι ιστόρηση, ζωγραφιά, και κάθε ιστόρηση είναι αντίθετη στην έννοια.
  3. βιολογίαάτομο που φέρει ίδια γονίδια για μία ιδιότητα· και από τη μητέρα, και από τον πατέρα Βικιλεξικό
    • Ένα άτομο με ίδια αλληλόμορφα γονίδια για μια συγκεκριμένη ιδιότητα είναι ομόζυγο για την ιδιότητα αυτή, ενώ ένα άτομο με δύο διαφορετικά αλληλόμορφα γονίδια είναι ετερόζυγο

Ετυμολογία

ομόζυγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμόζυγος (ζώα υπό τον ίδιο ζυγό, έννοιες σε αντιστοιχία) Μορφολογικά αναλύεται σε ομό- (< όμοιος) + ζυγός. :* για τη βιολογία < (αντιδάνειο) (λόγιο δάνειο) αγγλική homozygous

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομόζυγοςομόζυγηομόζυγο
Γενικήομόζυγουομόζυγηςομόζυγου
Αιτιατικήομόζυγοομόζυγηομόζυγο
Κλητικήομόζυγεομόζυγηομόζυγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομόζυγοιομόζυγεςομόζυγα
Γενικήομόζυγωνομόζυγωνομόζυγων
Αιτιατικήομόζυγουςομόζυγεςομόζυγα
Κλητικήομόζυγοιομόζυγεςομόζυγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →