Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομότιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει συνταξιοδοτηθεί αλλά διατηρεί τιμητικά τον τίτλο που είχε όσο ήταν στην ενεργό υπηρεσία Βικιλεξικό
    • ομότιμος καθηγητής (τιμητικός τίτλος που απονέμεται σε καθηγητές πανεπιστημίου μετά την αφυπηρέτησή τους)
  2. δίκτυο υπολογιστώνpeer-to-peer: βλ.συνώνυμο διομότιμος Βικιλεξικό
    • Τα ομότιμα δίκτυα, περισσότερο γνωστά ως p2p (peer to peer), είναι μια μορφή δικτύωσης η οποία καταργεί την ιεραρχική μορφή των κόμβων που υπάρχει σε άλλων ειδών δίκτυα, όπως αυτά που βασίζονται στο σύστημα πελάτη-εξυπηρετητή (client-server). Κάθε κόμβος του δικτύου μπορεί να λειτουργήσει και σαν πελάτης και σαν εξυπηρετητής, ανάλογα με τις ανάγκες του ίδιου του κόμβου άλλα και του δικτύου.
    • Μην ξεχνάμε ότι όλα τα ομότιμα δίκτυα στηρίζονται στο γεγονός ότι θα υπάρχουν πάντα χρήστες και κόμβοι συνδεδεμένοι, αν πάψουν να υπάρχουν το δίκτυο καταρρέει.

Ετυμολογία

ομότιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμότιμος (που τιμάται εξίσου) < ὁμό- (ομό- < ὁμός) + -τιμος (< τιμή) (σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Εmeritus.)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομότιμοςομότιμη / ομότιμοςομότιμο
Γενικήομότιμουομότιμηςομότιμου
Αιτιατικήομότιμοομότιμηομότιμο
Κλητικήομότιμεομότιμηομότιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομότιμοιομότιμεςομότιμα
Γενικήομότιμωνομότιμωνομότιμων
Αιτιατικήομότιμουςομότιμεςομότιμα
Κλητικήομότιμοιομότιμεςομότιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →