ομότροπος
•
- βοτανικήπου εμφανίζει τον ίδιο τροπισμό με άλλον Βικιλεξικό
- μαθηματικάπου αφορά δύο περιοχές ενός πεδίου που, χωρίς να χρειαστεί να βγούμε απ’ αυτό, μπορούμε να μεταβούμε με κάποιους μετασχηματισμούς από τη μία στην άλλη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομότροπος < αρχαία ελληνική ὁμότροπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομότροπος | ομότροπη | ομότροπο |
| Γενική | ομότροπου | ομότροπης | ομότροπου |
| Αιτιατική | ομότροπο | ομότροπη | ομότροπο |
| Κλητική | ομότροπε | ομότροπη | ομότροπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομότροποι | ομότροπες | ομότροπα |
| Γενική | ομότροπων | ομότροπων | ομότροπων |
| Αιτιατική | ομότροπους | ομότροπες | ομότροπα |
| Κλητική | ομότροποι | ομότροπες | ομότροπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →