Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονειδιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χλευαστικός Βικιλεξικό
  2. ταπεινωτικός Βικιλεξικό
    • η λέξη τύραννος χρησιμοποιείται και για τον ήπιο Πεισίστρατο, αλλά όχι για τους δεσποτικούς βασιλείς της Περσίας. Παρόλα αυτά, η λέξη σύντομα κατάντησε ονειδιστική, σε Πλάτ.[ωνα] κ.λπ.

Ετυμολογία

ονειδιστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀνειδιστικός < ὀνειδίζω ὀνειδισ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονειδιστικόςονειδιστικήονειδιστικό
Γενικήονειδιστικούονειδιστικήςονειδιστικού
Αιτιατικήονειδιστικόονειδιστικήονειδιστικό
Κλητικήονειδιστικέονειδιστικήονειδιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονειδιστικοίονειδιστικέςονειδιστικά
Γενικήονειδιστικώνονειδιστικώνονειδιστικών
Αιτιατικήονειδιστικούςονειδιστικέςονειδιστικά
Κλητικήονειδιστικοίονειδιστικέςονειδιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →