Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονειρευτής

/o.ni.ɾeˈftis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που βλέπει όνειρα Βικιλεξικό
  2. αυτός που κάνει όνειρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονειρευτής < μεσαιωνική ελληνική ὀνειρευτής < ὀνειρεύομαι < ὄνειρο < αρχαία ελληνική ὄνειρος < ὄναρ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονειρευτήςονειρευτές
Γενικήονειρευτήονειρευτών
Αιτιατικήονειρευτήονειρευτές
Κλητικήονειρευτήονειρευτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →