ονειρεύομαι
•
- αμετάβατοβλέπω όνειρα ενώ κοιμάμαι Βικιλεξικό
- μεταβατικόβλέπω κάτι ή κάποιον σε όνειρο Βικιλεξικό
- χτες ονειρεύτηκα τον παππού μου
- ονειρεύτηκα ότι είχα πάει σε ένα εξωτικό νησί
- μεταφορικάεπιθυμώ κάτι πολύ ωραίο για το μέλλον Βικιλεξικό
- ονειρεύομαι μια δική μου δουλειά που θα με γλιτώσει από το άγχος για το μεροκάματο
- ονειροπολώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονειρεύομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀνειρεύομαι < ὄνειρ(ο) + -εύομαι < αρχαία ελληνική ὄνειρος < ὄναρ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ονειρεύομαι | ονειρεύεσαι | ονειρεύεται | ονειρευόμαστε | ονειρεύεστε | ονειρεύονται |
| Παρατατικός | ονειρευόμουν / ονειρευόμουνα | ονειρευόσουν / ονειρευόσουνα | ονειρευόταν / ονειρευότανε | ονειρευόμασταν / ονειρευόμαστε | ονειρευόσασταν / ονειρευόσαστε | ονειρευόντουσαν / ονειρεύονταν |
| Αόριστος | ονειρεύτηκα | ονειρεύτηκες | ονειρεύτηκε | ονειρευτήκαμε | ονειρευτήκατε | ονειρευτήκαν / ονειρευτήκανε / ονειρεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα ονειρευτώ / θα ονειρεύομαι | θα ονειρευτείς / θα ονειρεύεσαι | θα ονειρευτεί / θα ονειρεύεται | θα ονειρευτούμε / θα ονειρευόμαστε | θα ονειρευτείτε / θα ονειρεύεστε | θα ονειρευτούν / θα ονειρευτούνε / θα ονειρεύονται |
| Παρακείμενος | έχω ονειρευτεί | έχεις ονειρευτεί | έχει ονειρευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ονειρευτεί | είχες ονειρευτεί | είχε ονειρευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ονειρευτεί / να ονειρευτώ / να ονειρεύομαι | να έχεις ονειρευτεί / να ονειρευτείς / να ονειρεύεσαι | να έχει ονειρευτεί / να ονειρευτεί / να ονειρεύεται | να ονειρευτούμε / να ονειρευόμαστε | να ονειρευτείτε / να ονειρεύεστε | να ονειρευτούν / να ονειρευτούνε / να ονειρεύονται |
| Προστακτική | — | ονειρέψου / ονειρεύου | — | — | ονειρευτείτε / ονειρεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →