Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονλάιν

επίθετο
•
  1. πληροφορικήπου είναι συνδεμένος την στιγμή αυτή σε κάποιο ευρύτερο δίκτυο Βικιλεξικό
    • Για να μάθει το πρόσωπο, άρα και όλη η οικουμένη, τα σχετικά σας. Πως κάποιος νοιάζεται τα Φοιβάκια, όχι σαν τώρα με τον τοίχο τον ονλάιν, μα αφού σου το 'πα βρε κουτό. Που δεν σου το 'πα, αλλά σου το έστειλα καρδιά στο ταϊμλάιν. Εμότικον και κλάιν μάιν. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. πληροφορικήπου είναι διαθέσιμος μέσω διαδικτύου ή είναι συνδεμένος στο διαδίκτυο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονλάιν < αγγλική online

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →