Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επιγραμμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πληροφορικήπου είναι συνδεμένος την στιγμή αυτή σε κάποιο ευρύτερο δίκτυο - Βικιλεξικό
  2. πληροφορικήπου είναι διαθέσιμος μέσω διαδικτύου ή είναι συνδεμένος στο διαδίκτυο - Βικιλεξικό
    • Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν για όλες τις επί πληρωμή συνδρομές παροχής επιγραμμικού (online) περιεχομένου, όπως ηλεκτρονικά βιβλία, παιχνίδια, μουσική και αθλητικά γεγονότα.
    • Συνιστούμε την αποφυγή διατυπώσεων και πρακτικών που ενδέχεται να καταστούν παρωχημένες ή να τεθούν υπό αμφισβήτηση.(σημ. 35) / Σημ. 35: Για παράδειγμα, συνιστούμε την αποφυγή όρων όπως «επιγραμμικός», «εγγράφως» και «κοινωνία της πληροφορίας»

Ετυμολογία

επιγραμμικός < επι- + γραμμικός < γραμμ(ή) + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική online)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιγραμμικόςεπιγραμμικήεπιγραμμικό
Γενικήεπιγραμμικούεπιγραμμικήςεπιγραμμικού
Αιτιατικήεπιγραμμικόεπιγραμμικήεπιγραμμικό
Κλητικήεπιγραμμικέεπιγραμμικήεπιγραμμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπιγραμμικοίεπιγραμμικέςεπιγραμμικά
Γενικήεπιγραμμικώνεπιγραμμικώνεπιγραμμικών
Αιτιατικήεπιγραμμικούςεπιγραμμικέςεπιγραμμικά
Κλητικήεπιγραμμικοίεπιγραμμικέςεπιγραμμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →