ονομαστικός
•
- σχετικός με το όνομα Βικιλεξικό
- η ονομαστική τιμή των εμπορευμάτων μπορεί να έχει αυξηθεί, αλλά η πραγματική του αξία να έχει αποπληθωριστεί διαχρονικά με έτος βάσης του 2005
- αυτός που περιλαμβάνει ονόματα Βικιλεξικό
- ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Βουλή με ονομαστική ψηφοφορία
- αυτός που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο Βικιλεξικό
- ο μάρτυρας υπέδειξε τον υπαίτιο του εγκλήματος ονομαστικά
Ετυμολογία
ονομαστικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀνομαστικός και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nominatif < αρχαία ελληνική ὀνομαστικῶς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ονομαστικός | ονομαστική | ονομαστικό |
| Γενική | ονομαστικού | ονομαστικής | ονομαστικού |
| Αιτιατική | ονομαστικό | ονομαστική | ονομαστικό |
| Κλητική | ονομαστικέ | ονομαστική | ονομαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ονομαστικοί | ονομαστικές | ονομαστικά |
| Γενική | ονομαστικών | ονομαστικών | ονομαστικών |
| Αιτιατική | ονομαστικούς | ονομαστικές | ονομαστικά |
| Κλητική | ονομαστικοί | ονομαστικές | ονομαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →