Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονομαστικός

/o.no.ma.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το όνομα Βικιλεξικό
    • η ονομαστική τιμή των εμπορευμάτων μπορεί να έχει αυξηθεί, αλλά η πραγματική του αξία να έχει αποπληθωριστεί διαχρονικά με έτος βάσης του 2005
  2. αυτός που περιλαμβάνει ονόματα Βικιλεξικό
    • ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Βουλή με ονομαστική ψηφοφορία
  3. αυτός που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο Βικιλεξικό
    • ο μάρτυρας υπέδειξε τον υπαίτιο του εγκλήματος ονομαστικά

Ετυμολογία

ονομαστικός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὀνομαστικός και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nominatif < αρχαία ελληνική ὀνομαστικῶς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονομαστικόςονομαστικήονομαστικό
Γενικήονομαστικούονομαστικήςονομαστικού
Αιτιατικήονομαστικόονομαστικήονομαστικό
Κλητικήονομαστικέονομαστικήονομαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήονομαστικοίονομαστικέςονομαστικά
Γενικήονομαστικώνονομαστικώνονομαστικών
Αιτιατικήονομαστικούςονομαστικέςονομαστικά
Κλητικήονομαστικοίονομαστικέςονομαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →