ονοματοποίηση
•
- γλωσσολογίατροπή οποιουδήποτε μέρους του λόγου σε όνομα, δηλαδή σε ουσιαστικό ή επίθετο Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: ουσιαστικοποίηση, επιθετικοποίηση / επιθετοποίηση
- γλωσσολογίαμετατροπή ρηματικής φράσης σε ονοματική φράση Βικιλεξικό
- παραδειγμα: προσπάθεια να εξευρεθεί λύση > προσπάθεια εξεύρεσης λύσης
- σπάνιοονοματοδοσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονοματοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀνοματοποίη(σις) (δημιουργία ονόματος) + -ση, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική nominalization, μαρτυρείται από το 1960. Συγχρονικά αναλύεται σε ονοματο- + -ποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ονοματοποίηση | ονοματοποιήσεις |
| Γενική | ονοματοποίησης | ονοματοποιήσεων |
| Αιτιατική | ονοματοποίηση | ονοματοποιήσεις |
| Κλητική | ονοματοποίηση | ονοματοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →