Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονοματοποίηση

/o.no.ma.toˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλωσσολογίατροπή οποιουδήποτε μέρους του λόγου σε όνομα, δηλαδή σε ουσιαστικό ή επίθετο Βικιλεξικό
    • < υπώνυμα: ουσιαστικοποίηση, επιθετικοποίηση / επιθετοποίηση
  2. γλωσσολογίαμετατροπή ρηματικής φράσης σε ονοματική φράση Βικιλεξικό
    • παραδειγμα: προσπάθεια να εξευρεθεί λύση > προσπάθεια εξεύρεσης λύσης
  3. σπάνιοονοματοδοσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονοματοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀνοματοποίη(σις) (δημιουργία ονόματος) + -ση, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική nominalization, μαρτυρείται από το 1960. Συγχρονικά αναλύεται σε ονοματο- + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήονοματοποίησηονοματοποιήσεις
Γενικήονοματοποίησηςονοματοποιήσεων
Αιτιατικήονοματοποίησηονοματοποιήσεις
Κλητικήονοματοποίησηονοματοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →