Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονοματοποιημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. για λέξη που ανήκε προηγουμένως σε κάποιο άλλο μέρος του λόγουπου έχει μετατραπεί σε ουσιαστικό ή επίθετο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονοματοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ονοματοποιώ

Άλλοι τύποι

ονοματοποιημέναονοματοποιημένεονοματοποιημένεςονοματοποιημένηονοματοποιημένηςονοματοποιημένοονοματοποιημένοιονοματοποιημένοςονοματοποιημένουονοματοποιημένουςονοματοποιημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →