ονοματοποιημένος
•
- για λέξη που ανήκε προηγουμένως σε κάποιο άλλο μέρος του λόγουπου έχει μετατραπεί σε ουσιαστικό ή επίθετο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονοματοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ονοματοποιώ
Άλλοι τύποι
ονοματοποιημέναονοματοποιημένεονοματοποιημένεςονοματοποιημένηονοματοποιημένηςονοματοποιημένοονοματοποιημένοιονοματοποιημένοςονοματοποιημένουονοματοποιημένουςονοματοποιημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →