Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ονοματοποιώ

/o.no.ma.to.piˈo/ρήμα
•
  1. δημιουργώ λέξεις ή ονόματα με την φαντασία μου Βικιλεξικό
  2. πλάθω λέξεις που μιμούνται ήχους της φύσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ονοματοποιώ < αρχαία ελληνική ὀνοματοποιῶ / ὀνοματοποιέω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςονοματοποιώονοματοποιείςονοματοποιείονοματοποιούμεονοματοποιείτεονοματοποιούν / ονοματοποιούνε
Παρατατικόςονοματοποιούσαονοματοποιούσεςονοματοποιούσεονοματοποιούσαμεονοματοποιούσατεονοματοποιούσαν / ονοματοποιούσανε
Αόριστοςονοματοποίησαονοματοποίησεςονοματοποίησεονοματοποιήσαμεονοματοποιήσατεονοματοποίησαν / ονοματοποιήσαν / ονοματοποιήσανε
Μέλλονταςθα ονοματοποιήσω / θα ονοματοποιώθα ονοματοποιήσεις / θα ονοματοποιείςθα ονοματοποιήσει / θα ονοματοποιείθα ονοματοποιήσουμε / θα ονοματοποιούμεθα ονοματοποιήσετε / θα ονοματοποιείτεθα ονοματοποιήσουν / θα ονοματοποιήσουνε / θα ονοματοποιούν / θα ονοματοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ονοματοποιήσειέχεις ονοματοποιήσειέχει ονοματοποιήσειέχουμε ονοματοποιήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ονοματοποιήσειείχες ονοματοποιήσειείχε ονοματοποιήσει———
Υποτακτικήνα έχω ονοματοποιήσει / να ονοματοποιήσω / να ονοματοποιώνα έχεις ονοματοποιήσει / να ονοματοποιήσεις / να ονοματοποιείςνα έχει ονοματοποιήσει / να ονοματοποιήσει / να ονοματοποιείνα έχουμε ονοματοποιήσει / να ονοματοποιήσουμε / να ονοματοποιούμενα ονοματοποιήσετε / να ονοματοποιείτενα ονοματοποιήσουν / να ονοματοποιήσουνε / να ονοματοποιούν / να ονοματοποιούνε
Προστακτική—ονοματοποίει / ονοματοποίησε——ονοματοποιήστε / ονοματοποιείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ονοματοποιήθηκαονοματοποιούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →