οντολογία
•
- φιλοσοφίακλάδος της μεταφυσικής που μελετά το ον καθ' εαυτό και τις ιδιότητές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οντολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική ontologia ή γαλλική ontologie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οντολογία | οντολογίες |
| Γενική | οντολογίας | οντολογιών |
| Αιτιατική | οντολογία | οντολογίες |
| Κλητική | οντολογία | οντολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →