Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οντολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίασχετικός με την οντολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οντολογικός < (λόγιο δάνειο) γαλλική ontologique < ontologie (οντολογ(ία) + -ique (-ικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοντολογικόςοντολογικήοντολογικό
Γενικήοντολογικούοντολογικήςοντολογικού
Αιτιατικήοντολογικόοντολογικήοντολογικό
Κλητικήοντολογικέοντολογικήοντολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοντολογικοίοντολογικέςοντολογικά
Γενικήοντολογικώνοντολογικώνοντολογικών
Αιτιατικήοντολογικούςοντολογικέςοντολογικά
Κλητικήοντολογικοίοντολογικέςοντολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →