ονυχογρύπωση
•
- ιατρικήεπιμήκυνση ενός νυχιού, με επακόλουθη συστροφή ή παραμόρφωσή του, που οφείλεται σε παθολογικά αίτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ονυχογρύπωση < ονυχο- + γρύπ(ας) + -ωση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ονυχογρύπωση | ονυχογρυπώσεις |
| Γενική | ονυχογρύπωσης | ονυχογρυπώσεων |
| Αιτιατική | ονυχογρύπωση | ονυχογρυπώσεις |
| Κλητική | ονυχογρύπωση | ονυχογρυπώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →