νύχι
•
- ανατομίασκληρό και μυτερό όργανο που βγαίνει από την άκρη του δακτύλου Βικιλεξικό
- Τα νύχια είναι καθρέφτης της υγείας του ανθρώπινου οργανισμού. Η έννοια για καθαριότητα και περιποίηση, θα πρέπει να συνοδεύεται από εγρήγορση, άμα τη εμφανίσει αλλαγών στο χρώμα ή την υφή τους. Παθήσεις των νεφρών, της καρδιάς, του ήπατος, συχνά παρουσιάζουν συμπτώματα στην περιοχή των νυχιών. Λευκά σημάδια, με γραμμώσεις, μαυρισμένα ή πρασινωπά νύχια, ενδέχεται να κρύβουν πληροφορίες για παθολογικές καταστάσεις. (tovima.gr tovima.gr)
- αντίστοιχη επιφάνεια από κερατίνη σε πουλιά και ζώα Βικιλεξικό
- οπλή (στα άλογα και παρόμοια ζώα) Βικιλεξικό
- οτιδήποτε μοιάζει με νύχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νύχι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νύχι(ν) < αρχαία ελληνική ὀνύχιον, υποκοριστικό του ὄνυξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νύχι | νύχια |
| Γενική | νυχιού | νυχιών |
| Αιτιατική | νύχι | νύχια |
| Κλητική | νύχι | νύχια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →