οξειδώνω
•
- προκαλώ οξείδωση Βικιλεξικό
- ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, 1959, 10. Της αγάπης αίματα Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
Ετυμολογία
οξειδώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οξειδώνω | οξειδώνεις | οξειδώνει | οξειδώνουμε | οξειδώνετε | οξειδώνουν / οξειδώνουνε |
| Παρατατικός | οξείδωνα | οξείδωνες | οξείδωνε | οξειδώναμε | οξειδώνατε | οξείδωναν / οξειδώναν / οξειδώνανε |
| Αόριστος | οξείδωσα | οξείδωσες | οξείδωσε | οξειδώσαμε | οξειδώσατε | οξείδωσαν / οξειδώσαν / οξειδώσανε |
| Μέλλοντας | θα οξειδώνω / θα οξειδώσω | θα οξειδώνεις / θα οξειδώσεις | θα οξειδώνει / θα οξειδώσει | θα οξειδώνουμε / θα οξειδώσουμε | θα οξειδώνετε / θα οξειδώσετε | θα οξειδώνουν / θα οξειδώνουνε / θα οξειδώσουν / θα οξειδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οξειδώσει | έχεις οξειδώσει | έχει οξειδώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οξειδώσει | είχες οξειδώσει | είχε οξειδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οξειδώσει / να οξειδώνω / να οξειδώσω | να έχεις οξειδώσει / να οξειδώνεις / να οξειδώσεις | να έχει οξειδώσει / να οξειδώνει / να οξειδώσει | να οξειδώνουμε / να οξειδώσουμε | να οξειδώνετε / να οξειδώσετε | να οξειδώνουν / να οξειδώνουνε / να οξειδώσουν / να οξειδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε οξειδωμένο / οξείδωνε / οξείδωσε | — | — | οξειδώνετε / οξειδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
οξειδώθηκαοξειδώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →