οξείδωση
•
- χημείαη χημική διαδικασία με την οποία ένα στοιχείο ή μία χημική ένωση αποβάλει ηλεκτρόνια (στις οργανικές ενώσεις του άνθρακα, όταν αφαιρείται υδρογόνο ή προστίθεται οξυγόνο) Βικιλεξικό
- σκούριασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξείδωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀξείδω(σις) + -ση, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική oxydation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οξείδωση | οξειδώσεις |
| Γενική | οξείδωσης | οξειδώσεων |
| Αιτιατική | οξείδωση | οξειδώσεις |
| Κλητική | οξείδωση | οξειδώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →