οξυγόνο
•
- χημείααμέταλλο χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 8 και χημικό σύμβολο το O Βικιλεξικό
- Δύο άτομα υδρογόνου και ένα άτομο οξυγόνου σχηματίζουν ένα μόριο νερού.
- άχρωμο, άοσμο κι άγευστο αέριο, του οποίου το μόριο αποτελείται από δύο άτομα (O₂)· είναι τελείως απαραίτητο για τη συντήρηση της ζωής Βικιλεξικό
- Ο ατμοσφαιρικός αέρας αποτελείται κατά 21% περίπου από οξυγόνο.
- συνεκδοχικάη συσκευή παροχής οξυγόνου για ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα Βικιλεξικό
- έκφραση: φιάλη οξυγόνου : φιάλη από μέταλλο που περιέχει καθαρό οξυγόνο και χρησιμοποιείται στην ιατρική, στις καταδύσεις, στις οξυγονοκολλήσεις, κ.λπ.
- βιολογίακύκλος του οξυγόνου : η κυκλική μεταφορά του οξυγόνου στη φύση από την κατανάλωσή από τους ανθρώπους τα ζώα και τα φυτά μέχρι την εκ νέου παραγωγή του από τα φυτά Βικιλεξικό
- μεταφορικάο καθαρός αέρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξυγόνο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική oxygène < αρχαία ελληνική ὀξύς (οξυ- + -γόνο ( < γεννῶ) :: Η λέξη δημιουργήθηκε από τον Γάλλο χημικό Antoine Lavoisier και στα ελληνικά μαρτυρείται από το 1802.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →