οξυγονώνω
•
- παρέχω οξυγόνο (αυξάνοντας την περιεκτικότητα ενός αερίου ή υγρού σε οξυγόνο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξυγονώνω < οξυγόν(ο) + -ώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική oxygéner)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οξυγονώνω | οξυγονώνεις | οξυγονώνει | οξυγονώνουμε | οξυγονώνετε | οξυγονώνουν / οξυγονώνουνε |
| Παρατατικός | οξυγόνωνα | οξυγόνωνες | οξυγόνωνε | οξυγονώναμε | οξυγονώνατε | οξυγονώναν / οξυγονώνανε / οξυγόνωναν |
| Αόριστος | οξυγόνωσα | οξυγόνωσες | οξυγόνωσε | οξυγονώσαμε | οξυγονώσατε | οξυγονώσαν / οξυγονώσανε / οξυγόνωσαν |
| Μέλλοντας | θα οξυγονώνω / θα οξυγονώσω | θα οξυγονώνεις / θα οξυγονώσεις | θα οξυγονώνει / θα οξυγονώσει | θα οξυγονώνουμε / θα οξυγονώσουμε | θα οξυγονώνετε / θα οξυγονώσετε | θα οξυγονώνουν / θα οξυγονώνουνε / θα οξυγονώσουν / θα οξυγονώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω οξυγονώσει | έχεις οξυγονώσει | έχει οξυγονώσει | έχουμε οξυγονώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οξυγονώσει | είχες οξυγονώσει | είχε οξυγονώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οξυγονώσει / να οξυγονώνω / να οξυγονώσω | να έχεις οξυγονώσει / να οξυγονώνεις / να οξυγονώσεις | να έχει οξυγονώσει / να οξυγονώνει / να οξυγονώσει | να έχουμε οξυγονώσει / να οξυγονώνουμε / να οξυγονώσουμε | να οξυγονώνετε / να οξυγονώσετε | να οξυγονώνουν / να οξυγονώνουνε / να οξυγονώσουν / να οξυγονώσουνε |
| Προστακτική | — | οξυγόνωνε / οξυγόνωσε | — | — | οξυγονώνετε / οξυγονώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
οξυγονώθηκαοξυγονώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →