οξύηχος
•
- που παράγει οξύ ήχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξύηχος < ελληνιστική κοινή ὀξύηχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύηχος | οξύηχη | οξύηχο |
| Γενική | οξύηχου | οξύηχης | οξύηχου |
| Αιτιατική | οξύηχο | οξύηχη | οξύηχο |
| Κλητική | οξύηχε | οξύηχη | οξύηχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύηχοι | οξύηχες | οξύηχα |
| Γενική | οξύηχων | οξύηχων | οξύηχων |
| Αιτιατική | οξύηχους | οξύηχες | οξύηχα |
| Κλητική | οξύηχοι | οξύηχες | οξύηχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →