Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οξύηχος

/oˈksi.i.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παράγει οξύ ήχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οξύηχος < ελληνιστική κοινή ὀξύηχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοξύηχοςοξύηχηοξύηχο
Γενικήοξύηχουοξύηχηςοξύηχου
Αιτιατικήοξύηχοοξύηχηοξύηχο
Κλητικήοξύηχεοξύηχηοξύηχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήοξύηχοιοξύηχεςοξύηχα
Γενικήοξύηχωνοξύηχωνοξύηχων
Αιτιατικήοξύηχουςοξύηχεςοξύηχα
Κλητικήοξύηχοιοξύηχεςοξύηχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →