οξύφωνος
•
- μουσικήσυνώνυμο του τενόρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οξύφωνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀξύφωνος (με διαπεραστική φωνή). Συγχρονικά αναλύεται σε οξύ- + -φωνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οξύφωνος / οξύφωνη / οξύφωνος / οξύφωνος / οξύφωνο | οξύφωνοι / οξύφωνες / οξύφωνοι / οξύφωνοι / οξύφωνα |
| Γενική | οξυφώνου / οξυφώνου / οξύφωνης / οξυφώνου / οξύφωνου / οξυφώνου / οξύφωνου | οξυφώνων / οξυφώνων / οξύφωνων / οξυφώνων / οξύφωνων / οξυφώνων / οξύφωνων |
| Αιτιατική | οξύφωνο / οξύφωνη / οξύφωνο / οξύφωνο / οξύφωνο | οξυφώνους / οξυφώνους / οξύφωνες / οξυφώνους / οξύφωνους / οξύφωνα |
| Κλητική | οξύφωνε / οξύφωνε / οξύφωνη / οξύφωνε / οξύφωνο | οξύφωνοι / οξύφωνες / οξύφωνοι / οξύφωνοι / οξύφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →