Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπάλιο

/oˈpa.li.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ορυκτολογίαποικιλία πολύτιμων λίθων Βικιλεξικό
    • Κυττάζοντας ένα οπάλιο μισό γκρίζο θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια που είδα· θάναι είκοσι χρόνια πρίν ....

Ετυμολογία

οπάλιο < ελληνιστική κοινή ὀπάλλιος (ορθογραφική απλοποίηση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπάλιοοπάλια
Γενικήοπάλιου / οπαλίουοπαλίων
Αιτιατικήοπάλιοοπάλια
Κλητικήοπάλιοοπάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →