οπάλιο
•
- ορυκτολογίαποικιλία πολύτιμων λίθων Βικιλεξικό
- Κυττάζοντας ένα οπάλιο μισό γκρίζο θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια που είδα· θάναι είκοσι χρόνια πρίν ....
Ετυμολογία
οπάλιο < ελληνιστική κοινή ὀπάλλιος (ορθογραφική απλοποίηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπάλιο | οπάλια |
| Γενική | οπάλιου / οπαλίου | οπαλίων |
| Αιτιατική | οπάλιο | οπάλια |
| Κλητική | οπάλιο | οπάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →