Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπαδισμός

/o.pa.ðiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςτο να είναι κάποιος (φανατικός) οπαδός Βικιλεξικό
    • Η συμπεριφορά των παικτών και των περισσότερων ελλήνων διεθνών στους δύο επεισοδιακούς ημιτελικούς (...) χτύπησε καμπανάκι κινδύνου από τη μια για την ένταση του οπαδισμού που έχει εισχωρήσει στο δυναμικό των δύο ομάδων και από την άλλη για την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου. (*)

Ετυμολογία

οπαδισμός < οπαδ(ός) + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπαδισμόςοπαδισμοί
Γενικήοπαδισμούοπαδισμών
Αιτιατικήοπαδισμόοπαδισμούς
Κλητικήοπαδισμέοπαδισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →