οπαδός
•
- αυτός που ακολουθεί μια κίνηση ή μια ιδεολογία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτός που παθιάζεται υπέρμετρα ή φανατίζεται με μία ομάδα ή οργάνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπαδός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀπαδός (δωρικός, αττικός τύπος : ὀπηδός) συνοδός, ακόλουθος < ὀπάζω < ἔπομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπαδός | οπαδοί |
| Γενική | οπαδού | οπαδών |
| Αιτιατική | οπαδό | οπαδούς |
| Κλητική | οπαδέ | οπαδοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →