οπισθοδρομώ
•
- κυριολεκτικάπροχωρώ προς τα πίσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαύω να προοδεύω και επιστρέφω σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπισθοδρομώ < (ελληνιστική κοινή) / ὀπισθοδρομῶ < ὀπισθοδρόμος < αρχαία ελληνική ὄπισθεν + δρόμος (2.σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rétrograder)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | οπισθοδρομώ | οπισθοδρομείς | οπισθοδρομεί | οπισθοδρομούμε | οπισθοδρομείτε | οπισθοδρομούν / οπισθοδρομούνε |
| Παρατατικός | οπισθοδρομούσα | οπισθοδρομούσες | οπισθοδρομούσε | οπισθοδρομούσαμε | οπισθοδρομούσατε | οπισθοδρομούσαν / οπισθοδρομούσανε |
| Αόριστος | οπισθοδρόμησα | οπισθοδρόμησες | οπισθοδρόμησε | οπισθοδρομήσαμε | οπισθοδρομήσατε | οπισθοδρομήσαν / οπισθοδρομήσανε / οπισθοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα οπισθοδρομήσω / θα οπισθοδρομώ | θα οπισθοδρομήσεις / θα οπισθοδρομείς | θα οπισθοδρομήσει / θα οπισθοδρομεί | θα οπισθοδρομήσουμε / θα οπισθοδρομούμε | θα οπισθοδρομήσετε / θα οπισθοδρομείτε | θα οπισθοδρομήσουν / θα οπισθοδρομήσουνε / θα οπισθοδρομούν / θα οπισθοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω οπισθοδρομήσει | έχεις οπισθοδρομήσει | έχει οπισθοδρομήσει | έχουμε οπισθοδρομήσει | έχετε οπισθοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα οπισθοδρομήσει | είχες οπισθοδρομήσει | είχε οπισθοδρομήσει | είχαμε οπισθοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσω / να οπισθοδρομώ | να έχεις οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσεις / να οπισθοδρομείς | να έχει οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομεί | να έχουμε οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσουμε / να οπισθοδρομούμε | να έχετε οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσετε / να οπισθοδρομείτε | να οπισθοδρομήσουν / να οπισθοδρομήσουνε / να οπισθοδρομούν / να οπισθοδρομούνε |
| Προστακτική | — | οπισθοδρόμει / οπισθοδρόμησε | — | — | οπισθοδρομήστε / οπισθοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →