Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπισθοδρομώ

/o.pi.sθo.ðɾoˈmo/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάπροχωρώ προς τα πίσω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαύω να προοδεύω και επιστρέφω σε προηγούμενα στάδια ανάπτυξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπισθοδρομώ < (ελληνιστική κοινή) / ὀπισθοδρομῶ < ὀπισθοδρόμος < αρχαία ελληνική ὄπισθεν + δρόμος (2.σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rétrograder)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςοπισθοδρομώοπισθοδρομείςοπισθοδρομείοπισθοδρομούμεοπισθοδρομείτεοπισθοδρομούν / οπισθοδρομούνε
Παρατατικόςοπισθοδρομούσαοπισθοδρομούσεςοπισθοδρομούσεοπισθοδρομούσαμεοπισθοδρομούσατεοπισθοδρομούσαν / οπισθοδρομούσανε
Αόριστοςοπισθοδρόμησαοπισθοδρόμησεςοπισθοδρόμησεοπισθοδρομήσαμεοπισθοδρομήσατεοπισθοδρομήσαν / οπισθοδρομήσανε / οπισθοδρόμησαν
Μέλλονταςθα οπισθοδρομήσω / θα οπισθοδρομώθα οπισθοδρομήσεις / θα οπισθοδρομείςθα οπισθοδρομήσει / θα οπισθοδρομείθα οπισθοδρομήσουμε / θα οπισθοδρομούμεθα οπισθοδρομήσετε / θα οπισθοδρομείτεθα οπισθοδρομήσουν / θα οπισθοδρομήσουνε / θα οπισθοδρομούν / θα οπισθοδρομούνε
Παρακείμενοςέχω οπισθοδρομήσειέχεις οπισθοδρομήσειέχει οπισθοδρομήσειέχουμε οπισθοδρομήσειέχετε οπισθοδρομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα οπισθοδρομήσειείχες οπισθοδρομήσειείχε οπισθοδρομήσειείχαμε οπισθοδρομήσει——
Υποτακτικήνα έχω οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσω / να οπισθοδρομώνα έχεις οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσεις / να οπισθοδρομείςνα έχει οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομείνα έχουμε οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσουμε / να οπισθοδρομούμενα έχετε οπισθοδρομήσει / να οπισθοδρομήσετε / να οπισθοδρομείτενα οπισθοδρομήσουν / να οπισθοδρομήσουνε / να οπισθοδρομούν / να οπισθοδρομούνε
Προστακτική—οπισθοδρόμει / οπισθοδρόμησε——οπισθοδρομήστε / οπισθοδρομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →