Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οπλασκία

/o.plaˈsci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνήθως στον πληθυντικόασκήσεις που κάνουν οι στρατιώτες με τα ατομικά τους όπλα, ώστε να εξοικειωθούν καλύτερα μ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

οπλασκία < όπλ(ο) + ασκ(ώ) + -ία κατά την αρχαία ελληνική σωμασκία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπλασκίαοπλασκίες
Γενικήοπλασκίαςοπλασκιών
Αιτιατικήοπλασκίαοπλασκίες
Κλητικήοπλασκίαοπλασκίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →