ασκώ
•
- υποβάλλω σε συστηματική εργασία για την ανάπτυξη σωματικών δυνάμεων ή πνευματικών ικανοτήτων Βικιλεξικό
- Ασκώ το σώμα και το πνεύμα μου.
- προχωρώ σε μια ενέργεια που προβλέπεται από νόμους ή κανονισμούς Βικιλεξικό
- Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)
- Ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα.
- ενεργώ με ορισμένο τρόπο· συχνά ως απολεξικοποιημένο ρήμα Βικιλεξικό
- ασκώ βία, ασκώ πίεση (πιέζω), ασκώ ένα επάγγελμα
Ετυμολογία
ασκώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀσκέω, ἀσκῶ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ασκώ | ασκείς | ασκεί | ασκούμε | ασκείτε | ασκούν / ασκούνε |
| Παρατατικός | ασκούσα | ασκούσες | ασκούσε | ασκούσαμε | ασκούσατε | ασκούσαν / ασκούσανε |
| Αόριστος | άσκησα | άσκησες | άσκησε | ασκήσαμε | ασκήσατε | άσκησαν / ασκήσαν / ασκήσανε |
| Μέλλοντας | θα ασκήσω / θα ασκώ | θα ασκήσεις / θα ασκείς | θα ασκήσει / θα ασκεί | θα ασκήσουμε / θα ασκούμε | θα ασκήσετε / θα ασκείτε | θα ασκήσουν / θα ασκήσουνε / θα ασκούν / θα ασκούνε |
| Παρακείμενος | έχω ασκήσει | έχεις ασκήσει | έχει ασκήσει | έχουμε ασκήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ασκήσει | είχες ασκήσει | είχε ασκήσει | είχαμε ασκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ασκήσει / να ασκήσω / να ασκώ | να έχεις ασκήσει / να ασκήσεις / να ασκείς | να έχει ασκήσει / να ασκήσει / να ασκεί | να έχουμε ασκήσει / να ασκήσουμε / να ασκούμε | να ασκήσετε / να ασκείτε | να ασκήσουν / να ασκήσουνε / να ασκούν / να ασκούνε |
| Προστακτική | — | άσκει / άσκησε | — | — | ασκήστε / ασκείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ασκούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →