οπορτουνισμός
•
- τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο ο δράστης του κινητοποιείται από συμφεροντολογικά κίνητρα κι όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή Βικιλεξικό
- πολιτικήσυμμόρφωση προς την αστική νομιμότητα (με μαρξιστικούς όρους), άρα η εγκατάλειψη της επανάστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οπορτουνισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική opportunisme < opportun (πρόσφορος) + -isme (-ισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οπορτουνισμός | οπορτουνισμοί |
| Γενική | οπορτουνισμού | οπορτουνισμών |
| Αιτιατική | οπορτουνισμό | οπορτουνισμούς |
| Κλητική | οπορτουνισμέ | οπορτουνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →