τούβλο
•
- οικοδομικήαντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος που δεν μπορεί να καταλάβει και να αφομοιώσει τα σχολικά μαθήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τούβλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τοῦβλον < τούβουλον < υστερολατινική tubulus / tublus (μικρό σωλήνας, όπως φαίνεται στα τούβλα), υποκοριστικό για τη λατινική tubus (σωλήνας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τούβλο | τούβλα |
| Γενική | τούβλου | τούβλων |
| Αιτιατική | τούβλο | τούβλα |
| Κλητική | τούβλο | τούβλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →