οργανικός
•
- που αναφέρεται ή έχει σχέση με τα όργανα του σώματος Βικιλεξικό
- οργανική διαταραχή (ενός οργάνου του σώματος)
- χημείαπου περιέχει ή αναφέρεται στον άνθρακα Βικιλεξικό
- οργανικές ενώσεις είναι οι ενώσεις του άνθρακα
- η Οργανική Χημεία είναι ένας από τους δύο μεγάλους κλάδους της Χημείας και μελετά τον άνθρακα και τις ενώσεις του
- βιολογικός, που γίνεται κατά κανόνα με σχετικά φυσικά μέσα Βικιλεξικό
- οργανική καλλιέργεια: γεωργία που γίνεται με φυσικά μέσα, χωρίς χημικά λιπάσματα και παρασιτοκτόνα
- οργανική κτηνοτροφία: κτηνοτροφία που γίνεται χωρίς αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών ή άλλων φαρμάκων, και τα ζώα τρέφονται με τις φυσικές τους τροφές
- που αποτελεί βασικό ή θεμελιώδες στοιχείο ενός συνόλου Βικιλεξικό
- μουσικήπου εκτελείται από μουσικά όργανα, σε αντιδιαστολή με το φωνητικός (από ανθρώπινες φωνές) Βικιλεξικό
- οργανική και φωνητική μουσική - οργανικό σύνολο
Ετυμολογία
οργανικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀργανικός (< ὄργανον) :* για σύγχρονες σημασίες < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική organique :* για τη μουσική & τη γραμματική σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική instrumental
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανικός | οργανική | οργανικό |
| Γενική | οργανικού | οργανικής | οργανικού |
| Αιτιατική | οργανικό | οργανική | οργανικό |
| Κλητική | οργανικέ | οργανική | οργανικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | οργανικοί | οργανικές | οργανικά |
| Γενική | οργανικών | οργανικών | οργανικών |
| Αιτιατική | οργανικούς | οργανικές | οργανικά |
| Κλητική | οργανικοί | οργανικές | οργανικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →