όργανο
•
- αυτό που χρησιμεύει στην εκτέλεση μιας εργασίας Βικιλεξικό
- βιολογίασύνολο ιστών που αποτελούν οργανική ενότητα και επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία σε έναν ζωντανό οργανισμό Βικιλεξικό
- Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.gr/hartis-79/poiisi-kai-pezografia/tafika-ethima-ek-ton-ano)
- Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
- η σφαίρα ευτυχώς δεν έπληξε κανένα ζωτικό όργανο του θύματος
- μουσικήαντικείμενο που με τον κατάλληλο χειρισμό μπορεί να παραγάγει μουσικούς φθόγγους Βικιλεξικό
- ξέρει να παίζει πιάνο, αλλά και κιθάρα και άλλα έγχορδα όργανα
- Το τρίο, επίσης, ενθαρρύνει όλους τους μουσικούς της πόλης να φέρουν τα όργανα τους για τζαμάρισμα. Σε κάποιες από τις τζαζ Τετάρτες μέχρι και επτά μουσικοί εμφανίζονται μαζί στη σκηνή. (Εδώ που οι Τετάρτες είναι τζαζ, city.sigmalive.com, 8/6/2015 https://city.sigmalive.com/article/2015/6/8/edo-poy-oi-tetartes-einai-tzaz/)
- το εκκλησιαστικό όργανο Βικιλεξικό
- έντυπο που εκδίδεται από ένα κόμμα και εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις Βικιλεξικό
- ο "Ριζοσπάστης" είναι όργανο της ΚΕ του ΚΚΕ
- άνθρωπος που δρα κατόπιν εντολών Βικιλεξικό
- Άσχημα παρασκευασμένον, με ελλιπείς ποσότητας τροφίμων, συσσίτιον, αυθαιρεσία και ρεμούλα, εις την διαχείρισιν των τροφίμων από τους αξιωματικούς και τα όργανα υπηρεσίας, αίτινες επανειλημμένως έχουν αναφερθεί εις τους ανώτερούς μας, χωρίς να τεθεί τέρμα (Μακρόνησος: Ιστορικός τόπος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 117)
- το αστυνομικό όργανο, ένας αστυνομικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όργανο < αρχαία ελληνικήὄργανον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werǵ- (εργάζομαι, δημιουργώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όργανο | όργανα |
| Γενική | οργάνου / όργανου | οργάνων |
| Αιτιατική | όργανο | όργανα |
| Κλητική | όργανο | όργανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →