οργανωμένα
•
- με οργάνωση, με σύστημα, με μεθοδικότητα Βικιλεξικό
- Πρέπει να δράσουμε οργανωμένα και να μην κάνουμε σπασμωδικές, εσπευσμένες ενέργειες.
Ετυμολογία
οργανωμένα < οργανωμέν(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →