οργκανάιζερ
•
- σημειωματάριο με δερμάτινο ή πλαστικό εξώφυλλο· περιλαμβάνει ημερολόγιο, για να σημειώνονται οι ημερήσιες υποχρεώσεις, και ευρετήριο, για να καταχωρούνται τηλεφωνικοί αριθμοί και διευθύνσεις Βικιλεξικό
- ηλεκτρονικό σημειωματάριο τσέπης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οργκανάιζερ (αντιδάνειο) < (άμεσο δάνειο) αγγλική organizer < organize < organ < αρχαία ελληνική ὄργανον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →