ορείχαλκος
•
- κράμα χαλκού–ψευδαργύρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορείχαλκος < αρχαία ελληνική ὀρείχαλκος < ακκαδική 𒍏 (URUD, χαλκός) + χαλκός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορείχαλκος | ορείχαλκοι |
| Γενική | ορείχαλκου / ορειχάλκου | ορείχαλκων / ορειχάλκων |
| Αιτιατική | ορείχαλκο | ορείχαλκους / ορειχάλκους |
| Κλητική | ορείχαλκε | ορείχαλκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →