ορειχαλκώνω
•
- καλύπτω / επιστρώνω με ορείχαλκο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορειχαλκώνω < ορείχαλκος + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορειχαλκώνω | ορειχαλκώνεις | ορειχαλκώνει | ορειχαλκώνουμε | ορειχαλκώνετε | ορειχαλκώνουν / ορειχαλκώνουνε |
| Παρατατικός | ορειχάλκωνα | ορειχάλκωνες | ορειχάλκωνε | ορειχαλκώναμε | ορειχαλκώνατε | ορειχάλκωναν / ορειχαλκώναν / ορειχαλκώνανε |
| Αόριστος | ορειχάλκωσα | ορειχάλκωσες | ορειχάλκωσε | ορειχαλκώσαμε | ορειχαλκώσατε | ορειχάλκωσαν / ορειχαλκώσαν / ορειχαλκώσανε |
| Μέλλοντας | θα ορειχαλκώνω / θα ορειχαλκώσω | θα ορειχαλκώνεις / θα ορειχαλκώσεις | θα ορειχαλκώνει / θα ορειχαλκώσει | θα ορειχαλκώνουμε / θα ορειχαλκώσουμε | θα ορειχαλκώνετε / θα ορειχαλκώσετε | θα ορειχαλκώνουν / θα ορειχαλκώνουνε / θα ορειχαλκώσουν / θα ορειχαλκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ορειχαλκώσει | έχεις ορειχαλκώσει | έχει ορειχαλκώσει | έχουμε ορειχαλκώσει | έχετε ορειχαλκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορειχαλκώσει | είχες ορειχαλκώσει | είχε ορειχαλκώσει | είχαμε ορειχαλκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορειχαλκώσει / να ορειχαλκώνω / να ορειχαλκώσω | να έχεις ορειχαλκώσει / να ορειχαλκώνεις / να ορειχαλκώσεις | να έχει ορειχαλκώσει / να ορειχαλκώνει / να ορειχαλκώσει | να έχουμε ορειχαλκώσει / να ορειχαλκώνουμε / να ορειχαλκώσουμε | να έχετε ορειχαλκώσει / να ορειχαλκώνετε / να ορειχαλκώσετε | να ορειχαλκώνουν / να ορειχαλκώνουνε / να ορειχαλκώσουν / να ορειχαλκώσουνε |
| Προστακτική | — | ορειχάλκωνε / ορειχάλκωσε | — | — | ορειχαλκώνετε / ορειχαλκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →