Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορεκτικό

/o.ɾe.ktiˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οτιδήποτε τρώγεται πριν από το κανονικό φαγητό, προκειμένου ν’ ανοίξει η όρεξη Βικιλεξικό
    • Πεντανόστιμα ορεκτικά όπως λαχταριστούς πρασοκεφτέδες, αγιορείτικη μελιτζανοσαλάτα, τηγανιά, καβουρμά με αυγά και πιπεριές και -φυσικά- τα πιο απολαυστικά γιαπράκια! (Πρώτο Θέμα, 07/02/2024 https://www.protothema.gr/greece/article/1464035/akis-petretzikis-tin-kuriaki-sto-proto-thema-mageireuoume-kai-timame-tin-kouzina-tis-makedonias/)
  2. σπάνιοφάρμακο για την καταπολέμηση της ανορεξίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορεκτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ορεκτικός < αρχαία ελληνική ὀρεκτικός < ὀρέγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορεκτικόορεκτικά
Γενικήορεκτικούορεκτικών
Αιτιατικήορεκτικόορεκτικά
Κλητικήορεκτικόορεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →