ορέγομαι
•
- λόγιολαχταρώ, κατέχομαι από έντονη επιθυμία για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορέγομαι < αρχαία ελληνική ὀρέγομαι, παθητική φωνή του ρήματος ὀρέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορέγομαι | ορέγεσαι | ορέγεται | ορεγόμαστε | ορέγεστε | ορέγονται |
| Παρατατικός | ορεγόμουν / ορεγόμουνα | ορεγόσουν / ορεγόσουνα | ορεγόταν / ορεγότανε | ορεγόμασταν / ορεγόμαστε | ορεγόσασταν / ορεγόσαστε | ορέγονταν / ορεγόντουσαν |
| Αόριστος | ορέχτηκα | ορέχτηκες | ορέχτηκε | ορεχτήκαμε | ορεχτήκατε | ορέχτηκαν / ορεχτήκαν / ορεχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα ορέγομαι / θα ορεχτώ | θα ορέγεσαι / θα ορεχτείς | θα ορέγεται / θα ορεχτεί | θα ορεγόμαστε / θα ορεχτούμε | θα ορέγεστε / θα ορεχτείτε | θα ορέγονται / θα ορεχτούν / θα ορεχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ορεχτεί | έχεις ορεχτεί | έχει ορεχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορεχτεί | είχες ορεχτεί | είχε ορεχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορεχτεί / να ορέγομαι / να ορεχτώ | να έχεις ορεχτεί / να ορέγεσαι / να ορεχτείς | να έχει ορεχτεί / να ορέγεται / να ορεχτεί | να ορεγόμαστε / να ορεχτούμε | να ορέγεστε / να ορεχτείτε | να ορέγονται / να ορεχτούν / να ορεχτούνε |
| Προστακτική | — | ορέγου / ορέξου | — | — | ορέγεστε / ορεχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →