Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορεξάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό
  4. ειρωνικόπου έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορεξάτος < όρεξη + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορεξάτοςορεξάτηορεξάτο
Γενικήορεξάτουορεξάτηςορεξάτου
Αιτιατικήορεξάτοορεξάτηορεξάτο
Κλητικήορεξάτεορεξάτηορεξάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήορεξάτοιορεξάτεςορεξάτα
Γενικήορεξάτωνορεξάτωνορεξάτων
Αιτιατικήορεξάτουςορεξάτεςορεξάτα
Κλητικήορεξάτοιορεξάτεςορεξάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →