ορεξάτος
•
- που έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό
- ειρωνικόπου έχει όρεξη για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορεξάτος < όρεξη + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορεξάτος | ορεξάτη | ορεξάτο |
| Γενική | ορεξάτου | ορεξάτης | ορεξάτου |
| Αιτιατική | ορεξάτο | ορεξάτη | ορεξάτο |
| Κλητική | ορεξάτε | ορεξάτη | ορεξάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορεξάτοι | ορεξάτες | ορεξάτα |
| Γενική | ορεξάτων | ορεξάτων | ορεξάτων |
| Αιτιατική | ορεξάτους | ορεξάτες | ορεξάτα |
| Κλητική | ορεξάτοι | ορεξάτες | ορεξάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →