Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθολίθι

/oɾ.θoˈli.θi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λογοτεχνικόαπότομος βράχος που εκτείνεται σε κάθετη (όρθια) θέση Βικιλεξικό
    • Ξαπλωμένος κατάνακρα στ’ ὀρθολίθι, τὶς πλάτες στηρίζοντας στὴ χορταριασμένη πλαγιά, ψηλαφᾷ τὰ ψαρὰ γένεια του καὶ κοιτάζει κάτω, θαλασσινὸς θεὸς ποῦ θέλει νὰ γνωρίσῃ τὸ ἀπέραντο κράτος του.

Ετυμολογία

ορθολίθι < ορθο- + λίθ(ος) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορθολίθιορθολίθια
Γενικήορθολιθιούορθολιθιών
Αιτιατικήορθολίθιορθολίθια
Κλητικήορθολίθιορθολίθια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →