Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθομαρμάρωση

/oɾ.θo.maɾˈma.ɾo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικοδομικήη επένδυση των τοίχων ενός οικοδομήματος με πλάκες μαρμάρου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθομαρμάρωση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὀρθομαρμάρω(σις) + -ση < ὀρθομαρμαρώνω < ὀρθός *> ορθο-) + (ελληνιστική κοινή) / μαρμαρῶ < μάρμαρον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορθομαρμάρωσηορθομαρμαρώσεις
Γενικήορθομαρμάρωσηςορθομαρμαρώσεων
Αιτιατικήορθομαρμάρωσηορθομαρμαρώσεις
Κλητικήορθομαρμάρωσηορθομαρμαρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →