ορθοποδώ
•
- βρίσκομαι σε καλή κατάσταση (κυρίως οικονομική), ενώ μέχρι τώρα ήμουν σε χειρότερη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθοποδώ < (ελληνιστική κοινή) / ὀρθοποδῶ < αρχαία ελληνική ὀρθός + πούς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ορθοποδώ | ορθοποδείς | ορθοποδεί | ορθοποδούμε | ορθοποδείτε | ορθοποδούν / ορθοποδούνε |
| Παρατατικός | ορθοποδούσα | ορθοποδούσες | ορθοποδούσε | ορθοποδούσαμε | ορθοποδούσατε | ορθοποδούσαν / ορθοποδούσανε |
| Αόριστος | ορθοπόδησα | ορθοπόδησες | ορθοπόδησε | ορθοποδήσαμε | ορθοποδήσατε | ορθοποδήσαν / ορθοποδήσανε / ορθοπόδησαν |
| Μέλλοντας | θα ορθοποδήσω / θα ορθοποδώ | θα ορθοποδήσεις / θα ορθοποδείς | θα ορθοποδήσει / θα ορθοποδεί | θα ορθοποδήσουμε / θα ορθοποδούμε | θα ορθοποδήσετε / θα ορθοποδείτε | θα ορθοποδήσουν / θα ορθοποδήσουνε / θα ορθοποδούν / θα ορθοποδούνε |
| Παρακείμενος | έχω ορθοποδήσει | έχεις ορθοποδήσει | έχει ορθοποδήσει | έχουμε ορθοποδήσει | έχετε ορθοποδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ορθοποδήσει | είχες ορθοποδήσει | είχε ορθοποδήσει | είχαμε ορθοποδήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ορθοποδήσει / να ορθοποδήσω / να ορθοποδώ | να έχεις ορθοποδήσει / να ορθοποδήσεις / να ορθοποδείς | να έχει ορθοποδήσει / να ορθοποδήσει / να ορθοποδεί | να έχουμε ορθοποδήσει / να ορθοποδήσουμε / να ορθοποδούμε | να έχετε ορθοποδήσει / να ορθοποδήσετε / να ορθοποδείτε | να ορθοποδήσουν / να ορθοποδήσουνε / να ορθοποδούν / να ορθοποδούνε |
| Προστακτική | — | ορθοπόδει / ορθοπόδησε | — | — | ορθοποδήστε / ορθοποδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →