πόδι
•
- ανατομίαάκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα Βικιλεξικό
- ανθρώπινο σώματο τμήμα του ανθρώπινου σώματος κάτω από τον αστράγαλο Βικιλεξικό
- χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
- έπιπλατμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται Βικιλεξικό
- γεωγραφίαεπιμήκης χερσόνησος Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςμονάδα μήκους που υποδιαιρείται σε 12 ίντσες και ισούται με 0,30479 μέτρα Βικιλεξικό
- σπάνιοο πόδας, ομάδα συλλαβών σε έναν στίχο που ακολουθούν ένα ποιητικό μέτρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόδι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόδιον, υποκοριστικό του πούςπρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόδι | πόδια |
| Γενική | ποδιού | ποδιών |
| Αιτιατική | πόδι | πόδια |
| Κλητική | πόδι | πόδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →