Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθορεξία

/oɾ.θo.ɾeˈksi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη νευρωτική εμμονή με την υγιεινή διατροφή Βικιλεξικό
    • Η «νευρική ορθορεξία», δηλαδή η μανία κατανάλωσης μόνο υγιεινών τροφών, κυρίως βιολογικών ή οργανικών και η αυστηρότατη αποφυγή κατανάλωσης τροφών αυξημένων σε λιπαρά ή όσων περιέχουν πρόσθετα ή συντηρητικά, μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για την υγεία μας. (Επικίνδυνη η «νευρική ορθορεξία», Το Βήμα, 23 Μαρτίου 2011)

Ετυμολογία

ορθορεξία < (λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από την αγγλική orthorexia), ορθ- + όρεξ(η) + -ία, κατά το ανορεξία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορθορεξίαορθορεξίες
Γενικήορθορεξίαςορθορεξιών
Αιτιατικήορθορεξίαορθορεξίες
Κλητικήορθορεξίαορθορεξίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →