Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορθώνω

ρήμα
•
  1. βάζω κάτι να στέκεται όρθιο, το σηκώνω, το υψώνω Βικιλεξικό
    • έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
  2. μεταφορικάθέτω, τοποθετώ (εμπόδια) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ορθώνω < αρχαία ελληνική ὀρθόω / ὀρθῶ + -ώνω < ὀρθός < ϝορθϝός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *worHdʰ- < *h₃er- (σηκώνω) + *dʰeh₁- (τοποθετώ) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική lever)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςορθώνωορθώνειςορθώνειορθώνουμεορθώνετεορθώνουν / ορθώνουνε
Παρατατικόςόρθωναόρθωνεςόρθωνεορθώναμεορθώνατεορθώναν / ορθώνανε / όρθωναν
Αόριστοςόρθωσαόρθωσεςόρθωσεορθώσαμεορθώσατεορθώσαν / ορθώσανε / όρθωσαν
Μέλλονταςθα ορθώνω / θα ορθώσωθα ορθώνεις / θα ορθώσειςθα ορθώνει / θα ορθώσειθα ορθώνουμε / θα ορθώσουμεθα ορθώνετε / θα ορθώσετεθα ορθώνουν / θα ορθώνουνε / θα ορθώσουν / θα ορθώσουνε
Παρακείμενοςέχω ορθώσειέχεις ορθώσειέχει ορθώσειέχουμε ορθώσειέχετε ορθώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ορθώσειείχες ορθώσειείχε ορθώσειείχαμε ορθώσει——
Υποτακτικήνα έχω ορθώσει / να ορθώνω / να ορθώσωνα έχεις ορθώσει / να ορθώνεις / να ορθώσειςνα έχει ορθώσει / να ορθώνει / να ορθώσεινα έχουμε ορθώσει / να ορθώνουμε / να ορθώσουμενα έχετε ορθώσει / να ορθώνετε / να ορθώσετενα ορθώνουν / να ορθώνουνε / να ορθώσουν / να ορθώσουνε
Προστακτική—όρθωνε / όρθωσε——ορθώνετε / ορθώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →